ἐφεκτικός

ἐφεκ-τικός, ή, όν,
A able to check or stop,

κοιλίας Diph.Siph.

ap. Ath.8.355e, Mnesith. ap. eund.2.57d;

ἱδρώτων Dsc. 1.30

;

ἀφροδισίων Gp.12.27.3

([comp] Comp.);

σηπεδόνων Dsc.5.109

.
II practising suspense of judgement, of the Sceptics, Stoic.2.37, Gell.11.5.6, Philostr.VS1.8.4, D.L.Prooem. 16, Syrian.in Metaph.73.16. Adv. -

κῶς Arr.Epict.1.14.7

.
III Geom., ἐ. τόπος immobile locus, opp. διεξοδικός (q.v.), Apollon.Perg.Fr.22.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐφεκτικός — able to check masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εφεκτικός — ή, ό (ΑΜ ἐφεκτικός, ή, όν) [επέχω] 1. επιφυλακτικός, διστακτικός, αυτός που αναβάλλει να κάνει ή να πει κάτι, ο αναποφάσιστος 2. φρ. «εφεκτικοί φιλόσοφοι» αυτοί που φρονούν ότι η γνώση είναι κάτι το ανέφικτο, αλλ. σκεπτικοί φιλόσοφοι («τῶν δὲ… …   Dictionary of Greek

  • εφεκτικός — ή, ό 1. ο δισταχτικός, ο επιφυλαχτικός. 2. φρ., «εφεκτικοί φιλόσοφοι», οι φιλόσοφοι που πιστεύουν πως η γνώση δεν είναι δυνατή, αλλ. σκεπτικοί φιλόσοφοι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐφεκτικά — ἐφεκτικός able to check neut nom/voc/acc pl ἐφεκτικά̱ , ἐφεκτικός able to check fem nom/voc/acc dual ἐφεκτικά̱ , ἐφεκτικός able to check fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφεκτικώτερον — ἐφεκτικός able to check adverbial comp ἐφεκτικός able to check masc acc comp sg ἐφεκτικός able to check neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφεκτικῶν — ἐφεκτικός able to check fem gen pl ἐφεκτικός able to check masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφεκτικόν — ἐφεκτικός able to check masc acc sg ἐφεκτικός able to check neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφεκτικαί — ἐφεκτικός able to check fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφεκτικοῖς — ἐφεκτικός able to check masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφεκτικοί — ἐφεκτικός able to check masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφεκτικοῦ — ἐφεκτικός able to check masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.